
Όλη μου τη ζωή ενθουσιαζόμουνα με οτιδήποτε είχε σχέση με την τεχνολογία. Είτε ήταν οι πόρτες του (ανατολικού) αεροδρομίου που ανοιγόκλειναν αυτόματα είτε οι πόρτες του ηλεκτρικού ή οι κουρτίνες σε μερικά θέατρα ή τα ασανσέρ με γυάλινο τζάμι όπως στο εμπορικό κέντρο Αίθριο στην Χαριλάου Τρικούπη. Ακόμα και τα σπίτια που είχαν διακόπτες που επέτρεπαν στα φώτα να ανάβουν και να σβήνουν από διαφορετικά σημεία του δωματίου μου φαίνονταν πολύ ενδιαφέροντα.
Αυτό που άλλαξε τη ζωή μου ήταν η πρώτη φορά που ακούμπησα υπολογιστή, τον ZX 81 ενός φίλου μου. Επειδή όμως η πρόσβασή μου στον υπολογιστή αυτόν ήταν πολύ περιορισμένη, ένα απόγευμα την εβδομάδα όλο κι όλο, κι επειδή οι γονείς μου δεν μου αγόραζαν δικό μου γιατί δεν είχαμε χρήματα για κάτι τέτοιο (αυτή ήταν η επίσημη δικαιολογία τουλάχιστον - αν και, όποιος και να ήταν ο λόγος, καλά έκαναν οι άνθρωποι και δε μου πήραν, δε νομίζω να είχα τελειώσει ποτέ το σχολείο αν είχα υπολογιστή), έπεσα με τα μούτρα στην καλύτερη εναλλακτική.
Η οποία ήταν τα “ούφο”. Τα ηλεκτρονικά. Αν και σε πολλά δε μας άφηναν να μπούμε λόγω ηλικίας, τα ωραία μας δεκάρικα τελικά τους έπειθαν. Οι γονείς μας φυσικά τα θεωρούσαν τουλάχιστον την έβδομη πύλη της Κολάσεως (με τα fast food, τις καφετέριες, τα πάρτυ και την ποπ κάποιες από τις υπόλοιπες έξι) και μας κυνηγούσαν να μην πάμε και μας έψαχναν επειδή πηγαίναμε. Έχω φάει πολύ ξύλο για να μην πηγαίνω. Τα περισσότερα από τα παιχνίδια δε μου άρεσαν, τα έβρισκα βαρετά, μου άρεσε μόνο το Qix πραγματικά αλλά έχανα συχνά επειδή ήμουν βιαστικός. Και το Ladybug. Και μερικά άλλα. Δεν είχε όμως σημασία, μόνο και μόνο το ότι υπήρχαν αυτά τα μηχανήματα ήταν αρκετό. (Ακόμα θυμάμαι το Space Invaders στο χωριό που είχε χρωματιστές λωρίδες κολλημένες πάνω στην οθόνη για να μοιάζει έγχρωμο.) Αυτό που όμως ήθελα πολύ να μπορώ να παίξω αλλά κανείς δεν είχε και αυτοί που είχαν, πράγματι δε μας άφηναν να μπούμε, ήταν φλιπεράκι.
Πιο μετά λοιπόν, όταν σπούδαζα στην Πάτρα, πολύ κοντά στο σπίτι μου ήταν το Laser, ένα από τα πιο γνωστά ουφάδικα της περιοχής. Είχε πολλά ηλεκτρονικά, τη μία σειρά μετά την άλλη. Σέρβιρε και καφέ σε κλασσικά άσπρα φλυτζάνια και μπορούσες να τον πάρεις, να χαλάσεις τα ωραία σου εικοσάρικα (που μετά έγιναν πενηντάρικα και μετά κατοστάρικα) και να κάτσεις σε όποιο ήθελες. Μόλις είχε γίνει μόδα το τέτρις και παίζαμε με τις ώρες διπλό. Ή, αν ήμουν μόνος, προτιμούσα το Bubble Bobble, το Mah Jong ή το ελικοπτεράκι . Ειλικρινά έτρωγα τις άπειρες ώρες στα παιχνίδια αυτά, καφές, τσιγάρα και πενηντάρικα. Ακόμα περισσότερες όμως έτρωγα στα φλιπεράκια που είχε, δίπλα στο παράθυρο, από το οποίο έβλεπα το σπίτι μου. Ο συνδυασμός φυσικής, ηλεκτρονικών, “τύχης” και “ατυχίας” ήταν πολύ δελεαστικός. Όταν έρχονταν οι γονείς μου για επίσκεψη, εκεί ξέφευγα. Ζήταγα και κανά δυο δανεικά τσιγάρα από τον Σωτήρη τον περιπτερά και νόμιζα πως ήμουν στον παράδεισο. Και μετά, κάθε πρώτη του μήνα πήγαινα και μου επέτρεπα να φάω μέχρι και ένα ολόκληρο πεντακοσάρικο από το μισθό.
Μετά, λίγο πριν φύγω, έβαλε κουλοχέρηδες και εκσυγχρονίστηκε δηλαδή έγινε άσχημο. Και μετά έκλεισε. Αλλά εγώ δεν το ξέχασα. Όταν έβγαινα στο τοπ 10 έβαζα KLF για αρχικά, κάποιος ήταν ο EMF και κάναμε άτυπους αγώνες χωρίς να συναντηθούμε ποτέ.
Στην Αθήνα, επιστροφή, και επόμενη πίστα, χλιδάτα μαγαζιά στην Τζώρτζ και την Ακαδημίας. Με κάθε λογής μηχάνημα αλλά χωρίς την πρωταρχική χαρά των πρωινών παρέα με τα φθαρμένα λευκά φλυτζάνια. Πάνε αυτά, τώρα.
Όλα αυτά μου τα θύμισε αυτό το άρθρο: The Economics of Pinball, το οποίο είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό (και με κάνει να νιώθω λίγο λιγότερο άτυχος που ποτέ δεν κέρδιζα το λήγοντα!).